Αν και η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας σε νεαρή ηλικία έχει πλεονεκτήματα, η εκμάθηση αυτή μπορεί να γίνει σε οποιαδήποτε ηλικία. Τα μικρά παιδιά έχουν ευέλικτους μηχανισμούς ακουστικής επεξεργασίας, που δύνανται να ενσωματώσουν ένα οποιοδήποτε ηχητικό σύστημα, είτε είναι της μητρικής γλώσσας, είτε μιας ξένης γλώσσας. Όταν οι κανόνες της γλωσσικής ενσωμάτωσης εφαρμόζονται στην οικογένεια και στο κοινωνικό περιβάλλον, δεν υπάρχει λόγος τα μικρά παιδιά να μην γίνουν πολύγλωσσα, ή τουλάχιστον δίγλωσσα, σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Όταν οι γονείς μιλούν διαφορετικές μητρικές γλώσσες, ο κάθε γονέας πρέπει να απευθύνεται στα παιδιά στη δική του μητρική γλώσσα. Ένα βρέφος γνωρίζει πολύ καλά πώς να αντιληφθεί τις βασικές ηχητικές διακυμάνσεις της κάθε γλώσσας και δεν μπερδεύεται με τα διαφορετικά φωνολογικά συστήματα, είτε στο επίπεδο της ακρόασης, είτε σε αυτό της αναπαραγωγής των ήχων. «Κουρδίζει» το αυτί του στο συγκεκριμένο ηχητικό σύστημα της γλώσσας που ακούει να μιλάει ο γονέας στο συγκεκριμένο χρόνο και συνεχώς επαναλαμβάνει ήχους και φωνήματα, ώστε να δημιουργήσει σταδιακά τις φράσεις που θα του δώσουν τη δυνατότητα να εκφραστεί σωστά στο κοινωνικό του περιβάλλον.

Το πρόγραμμα προετοιμασίας εκμάθησης μιας ξένης γλώσσας αποτελείται από δύο κύκλους, έναν κύκλο 15 δίωρων συνεδριών (τουλάχιστον 3 φορές την εβδομάδα), που διαρκεί 5 εβδομάδες και έναν δεύτερο κύκλο 8 δίωρων συνεδριών (επίσης 3 φορές την εβδομάδα), που διαρκεί 2 ½ εβδομάδες. Ο στόχος του προγράμματος προετοιμασίας εκμάθησης μιας ξένης γλώσσας είναι να προετοιμάσει το αυτί να αφομοιώσει τους ήχους της γλώσσας που το άτομο επιθυμεί να μάθει.