Ένας μεγάλος αριθμός μαθητών Δημοτικού, Γυμνασίου, ακόμα και Λυκείου, εμφανίζουν μαθησιακές δυσκολίες, όπως δυσλεξία, δυσκολία στην κατανόηση μαθηματικών εννοιών, δυσκολία στο γραπτό λόγο, κλπ. Συχνά εμφανίζουν διαταραχή ελλειμματικής προσοχής, είτε μεμονωμένα, είτε σε συνδυασμό με κάποια μαθησιακή δυσκολία. Η ηχοθεραπευτική μέθοδος Tomatis χρησιμοποιεί το Ηλεκτρονικό Αυτί για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες αυτές. Σε συνδυασμό με ειδικά διαμορφωμένες ασκήσεις, συμβουλευτική γονέων και συνεργασία με το σχολείο, επανα-εκπαιδεύει τις νευροαισθητήριες, επικοινωνιακές και αποκωδικοποιητικές λειτουργίες του αυτιού που είναι η βάση σε πολλές από αυτές τις μαθησιακές δυσκολίες.

Τα συμπτώματα της δυσλεξίας διαφέρουν από παιδί σε παιδί, από έφηβο σε έφηβο, από γλώσσα σε γλώσσα. Το υπόστρωμα της δυσλεξίας στα παιδιά και στους εφήβους είναι η δυσκολία τους να αναλύσουν και να επεξεργαστούν φωνολογικά τους ήχους της γλώσσας, είτε της μητρικής τους, είτε οποιασδήποτε άλλης. Συγκεκριμένα, είναι η δυσκολία του αυτιού να αντιληφθεί και να αποκωδικοποιήσει τους ήχους που απαρτίζουν μια λέξη, μια φράση, ή μια πρόταση, όπως και η δυσκολία μετατροπής των ήχων στα αντίστοιχα γραφήματα ή στις έννοιες. Η κύρια προϋπόθεση για τη διαδικασία αυτή είναι η καλή ικανότητα αποκωδικοποίησης του αυτιού.

Όταν το μήνυμα προς αποκωδικοποίηση είναι γραπτό, το αυτί είναι το όργανο που αποκαθιστά την ηχητική υπόσταση σε αυτό. Το αυτί είναι η «συσκευή ελέγχου», που είναι υπεύθυνη για τον συντονισμό των λοιπών νευρωνικών δομών και που αποδίδει ξανά τα σημαίνοντα ηχητικά στοιχεία της λέξης. Η οπτικο-κινητική λειτουργία της ανάγνωσης είναι σύνθετη και απαιτεί τα αυτιά και τα μάτια να λειτουργούν συγχρονισμένα. Όταν τα μάτια βλέπουν ένα γράμμα, τα αυτιά αναγνωρίζουν τον αντίστοιχο ήχο, ακόμα και στη σιωπηλή ανάγνωση. Το αιθουσαίο σύστημα κατευθύνει τα μάτια από γράμμα σε γράμμα και ο κοχλίας μεταφράζει το κάθε γράμμα σε ήχο. Τα μάτια αποκωδικοποιούν τη γραπτή λέξη και η λέξη ζωντανεύει από έναν συγκεκριμένο ήχο, που απομνημονεύεται από τον ακουστικό παραλήπτη. Η ανάγνωση είναι η επαναφορά της γραπτής λέξης σε μια ζώσα, δυναμική σκέψη. Όταν ο μηχανισμός της «ακοής-όρασης» δεν είναι σωστά συντονισμένος, εμφανίζονται λάθη στη διαδικασία της αποκωδικοποίησης, όπως τη δυσαναγνωσία και τη δυσορθογραφία.

Οι γλώσσες χωρίζονται σε αυτές με «βαθιά» ορθογραφία και αυτές με «ρηχή» ορθογραφία. Στις γλώσσες με «ρηχή» ορθογραφία υπάρχει μια συστηματική σχέση γραφήματος-φωνήματος στην ανάγνωση, όπως στα Ελληνικά και τα Ιταλικά. Η Ελληνική γλώσσα, ωστόσο, έχει μια «βαθιά» ορθογραφία στη γραφή, διότι ένα φώνημα, όπως το /i/, μπορεί να αντιστοιχεί σε έναν αριθμό γραφημάτων, όπως τα η, ι, υ, ει, οι. Στις γλώσσες με «βαθιά» ορθογραφία, από την άλλη πλευρά, όπως η Αγγλική, η μη διαφανής σχέση παρατηρείται ακόμα και στην ανάγνωση, διότι διαφορετικά φωνήματα μπορεί να αντιστοιχούν στο ίδιο γράφημα, όπως το gh’ στα enough και though. Επιπλέον, η προφορά μιας λέξης, όπως “use” εξαρτάται από το αν είναι ουσιαστικό, οπότε προφέρεται /ju:s/, ή ρήμα, οπότε προφέρεται /ju:z/. Στις γλώσσες με «ρηχή» ορθογραφία ως προς την ανάγνωση, δυσκολίες στην ανάγνωση είναι κεντρικό σύμπτωμα μιας μαθησιακής δυσκολίας στα πρώτα χρόνια του Δημοτικού. Τα παιδιά συνήθως ξεπερνούν τη δυσκολία αυτή σε μεγάλο βαθμό, αν και η αρχική και κοπιώδης ανάγνωση μπορεί να παραμείνει. Ωστόσο, δυσκολίες στο γραπτό λόγο και στην ορθογραφία διατηρούνται κατά τη διάρκεια των σχολικών χρόνων.